ΕΛΛΑΔΑ
ΛΑΚΩΝΙΚΑ ΝΕΑ
ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ
ΚΟΣΜΟΣ ΡΕΠΟΡΤΑΖ
ΟΜΟΓΕΝΕΙΑ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
- Ουκρανία: Το Μέτωπο Καίει – Από το Belgorod έως το Donbass 17 Μαρτίου 2026
- Τρομερή Ανατροπή: Οι ΗΠΑ ζητούν εκεχειρία από το Ιράν – Trump προαναγγέλλει «τέλος» στις 20/3 17 Μαρτίου 2026
- Tα δύο αμερικανικά αεροπλανοφόρα, USS Abraham Lincoln και USS Gerald R. Ford, αποσύρονται σε «ασφαλείς θέσεις» 17 Μαρτίου 2026
- Συντονισμένα πλήγματα από το Ιράν σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις ΗΠΑ και συμμάχων στον Περσικό Κόλπο 01 Μαρτίου 2026
- H Ευρωπαϊκή Ένωση πληρώνει το τίμημα της αδράνειας και της διπλής ηθικής 27 Φεβρουαρίου 2026
- Πολεμικός πυρετός στα Βαλκάνια-Κλιμάκοση του μετώπου στην Ουκρανία 27 Φεβρουαρίου 2026
- Η Ρωσία πρωταγωνιστεί και στην επερχόμενη σύγκρουση ΗΠΑ - Ιράν 27 Φεβρουαρίου 2026
- Συνάντηση Γεραπετρίτη Ρούμπιο- Ασυνίθηστη η διάρκεια της συνάντησης 27 Φεβρουαρίου 2026
- Η Μέση Ανατολή παραμένει στο χείλος της σύγκρουσης και η διπλωματία των ΗΠΑ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε πιέσεις και στρατηγικές προειδοποιήσεις. 25 Φεβρουαρίου 2026
- Ο Ζελένσκυ σπρώχνει την Δύση σε απ' ευθείας διαπραγμάτευση με την Ρωσία 21 Φεβρουαρίου 2026
ΑΡΧΙΚΗ
Σαν σήμερα 4 Οκτωβρίου

Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας
H Νέα Δημοκρατία ιδρύθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1974 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ως συνέχεια της προδικτατορικής Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (ΕΡΕ). Όπως προσδιόρισε το ιδεολογικό στίγμα του κόμματος στο συνέδριο της Χαλκιδικής το 1979, η Νέα Δημοκρατία ασπάζεται τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό που αναγνωρίζει την ελευθερία της αγοράς με τη ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους χάρη της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μετά την εμπέδωση της Δημοκρατίας στη χώρα και την υπογραφή της συνθήκης ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ εγκαταλείπει την πρωθυπουργία και μεταπηδά στην Προεδρία της Δημοκρατίας το 1980. Στις 8 Μαΐου 1980 η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος εκλέγει τον Υπουργό Εξωτερικών Γεώργιο Ράλλη ως τον νέο ηγέτη του κόμματος, ο οποίος αναλαμβάνει και την πρωθυπουργία της χώρας. Ο Γεώργιος Ράλλης λαμβάνει 88 ψήφους έναντι 84 του ανθυποψηφίου του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Ευάγγελου Αβέρωφ.
Η ήττα της Νέας Δημοκρατίας το 1981 και η άνοδος του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου για πρώτη φορά στην εξουσία, προκαλεί κρίση στο κόμμα. Ο Γεώργιος Ράλλης με δική του πρωτοβουλία θέτει θέμα εμπιστοσύνης στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, η οποία τον καταψηφίζει. Νέος ηγέτης του κόμματος αναδεικνύεται στις 21 Οκτωβρίου 1981 ο Ευάγγελος Αβέρωφ, με 67 ψήφους, έναντι 32 του Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου και 12 του Ιωάννη Μπούτου.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ παρέμεινε στην ηγεσία μέχρι το 1984 σε συνθήκες ιδιαίτερα έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου. Παραιτήθηκε για λόγους υγείας, αφού προηγουμένως οδήγησε τη Νέα Δημοκρατία στις ευρωεκλογές, όπου το κόμμα κατόρθωσε να αυξήσει το ποσοστό του. Την 1η Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς εκλέγεται πρόεδρος του κόμματος από την Κοινοβουλευτική Ομάδα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, επικρατώντας του Κωστή Στεφανόπουλου με ψήφους 70 έναντι 40.
Η Νέα Δημοκρατία χάνει τις εκλογές του Ιουνίου του 1985, ανεβάζοντας όμως το ποσοστό της. Λόγω του αρνητικού αποτελέσματος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ζητά την ανανέωση της εμπιστοσύνης από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματος στις 24 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς. Πέντε μέρες αργότερα επανεκλέγεται στην ηγεσία του κόμματος. Ο Κωστής Στεφανόπουλος διαφωνεί με τη διαδικασία και αποχωρεί για να ιδρύσει τη ΔΗΑΝΑ, το κόμμα της Δημοκρατικής Ανανέωσης.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης θα παραμείνει στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας έως τον Οκτώβριο του 1993, όταν θα χάσει τις εκλογές από το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Στις 14 Οκτωβρίου θα παραιτηθεί από την ηγεσία του κόμματος και στις 3 Νοεμβρίου η Κοινοβουλευτική Ομάδα θα εκλέξει νέο αρχηγό τον «καραμανλικό» Μιλτιάδη Έβερτ με 141 ψήφους, έναντι 37 ψήφων του επίσης «καραμανλικού» Ιωάννη Βαρβιτσιώτη.
Το κόμμα χάνει τις δεύτερες κατά σειράν εκλογές του 1996 από το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη και παραμένει στην αντιπολίτευση. Ο Μιλτιάδης Έβερτ παραιτείται και δηλώνει πως δεν θα διεκδικήσει την ηγεσία του κόμματος, απόφαση που αργότερα ανακαλεί. Στις 4 Οκτωβρίου 1997 επικρατεί αρχικά του Γιώργου Σουφλιά με ψήφους 103 έναντι 84, αλλά λόγω της εσωκομματικής κρίσης που έχει ξεσπάσει, υποχρεούται να συγκαλέσει έκτακτο συνέδριο του κόμματος, το Μάρτιο του 1997. Είναι η πρώτη φορά που το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας καλείται να εκλέξει νέο αρχηγό. Θα επικρατήσει ένας νέος ηλικιακά υποψήφιος, ο βουλευτής Α' Θεσσαλονίκης και ανιψιός του ιδρυτή, Κώστας Καραμανλής, που θα επικρατήσει των ανθυποψηφίων του Μιλτιάδη Έβερτ και Γιώργου Σουφλιά.
Υπό την ηγεσία του Κώστα Καραμανλή το κόμμα θα επανέλθει στην εξουσία στις 7 Μαρτίου 2004 και θα κερδίσει και τις εκλογές της 16ης Σεπτεμβρίου 2007. Υπό το βάρος των σκανδάλων, της τραγικής κατάστασης της οικονομίας και της απειλής του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες λόγω της προεδρικής εκλογής, ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής προκηρύσσει εκλογές για τις 4 Οκτωβρίου 2009, τις οποίες θα χάσει πανηγυρικά από το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου. Το ίδιο βράδυ ανοίγει την κούρσα της διαδοχής του και στις 6 Νοεμβρίου το έκτακτο συνέδριο του κόμματος αποφασίζει για πρώτη φορά ο έβδομος κατά σειρά αρχηγός του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας να εκλεγεί από τα μέλη του κόμματος.
Στις ανοιχτές εσωκομματικές εκλογές της 29ης Νοεμβρίου 2009 ο Αντώνης Σαμαράς εκλέγεται πανηγυρικά αρχηγός του κόμματος με το 50,06% των ψήφων, έναντι 39,72% της Ντόρας Μπακογιάννη και 10,22% του Παναγιώτη Ψωμιάδη. Η αποχώρηση του Δημήτρη Αβραμόπουλου από την προεκλογική κούρσα ήταν αυτή που έγειρε την πλάστιγγα υπέρ του Αντώνη Σαμαρά.
Η Νέα Δημοκρατία θα παραμείνει στην αντιπολίτευση έως τις 11 Νοεμβρίου 2011, οπότε θα επανέλθει στην εξουσία, στηρίζοντας τη μεταβατική κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου, μαζί με το ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ. Τα δύο αυτά χρόνια η «γαλάζια παράταξη» στάθηκε απέναντι στο «Μνημόνιο» και αντιμετώπισε ουκ ολίγες κρίσεις, με αποκορύφωμα τη διαγραφή της Ντόρας Μπακογιάννη στις 6 Μαΐου 2010, επειδή πήγε κόντρα στην κομματική γραμμή και ψήφισε τη δανειακή σύμβαση.
Στις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, αλλά με το μικρότερο ποσοστό της ιστορίας της (18,85%). Στις νέες εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012 ανέβασε κατά πολύ τις δυνάμεις της (29,66%) και ο αρχηγός της, Αντώνης Σαμαράς, ανέλαβε την πρωθυπουργία στις 20 Ιουνίου 2012, επικεφαλής τρικομματικής κυβερνήσεως (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ). Στις 21 Ιουνίου 2013 η ΔΗΜΑΡ αποχώρησε από την κυβέρνηση Σαμαρά, η οποία έμεινε με δύο εταίρους (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ).
Η μη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τη Βουλή, προκάλεσε τη διενέργεια εκλογών στις 25 Ιανουαρίου 2015, τις οποίες κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα. Η Νέα Δημοκρατία μετά από δυόμιση χρόνια στην εξουσία κατέλαβε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και η ηγεσία Σαμαρά αμφισβητήθηκε έντονα από σημαίνοντα στελέχη του κόμματος. Τελικά, ο Αντώνης Σαμαράς παραιτήθηκε το βράδυ της 5ης Ιουλίου 2015, μετά την ήττα του «ΝΑΙ», που υποστήριξε και η Νέα Δημοκρατία, στο δημοψήφισμα που προκήρυξε η κυβέρνηση Τσίπρα. Προσωρινός πρόεδρος του κόμματος ανέλαβε ο βουλευτής και τέως Πρόεδρος της Βουλής Ευάγγελος Μεϊμαράκης.
Μετά την ήττα της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου, τέθηκαν σε κίνηση οι διαδικασίες για την εκλογή νέου προέδρου του κόμματος. Οι υποψήφιοι ήταν τέσσερις: Οι βουλευτές Ευάγγελος - Βασίλειος Μεϊμαράκης, Κυριάκος Μητσοτάκης, Σπυρίδων - Άδωνις Γεωργιάδης και ο αιρετός περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας, Απόστολος Τζιτζικώστας. Ο πρώτος γύρος των εσωκομματικών εκλογών ήταν προγραμματισμένος για τις 22 Νοεμβρίου 2015, αλλά δεν έγινε λόγω αστοχίας του ηλεκτρονικού συστήματος ψηφοφορίας. Έτσι, ο πρώτος γύρος ορίστηκε για τις 20 Δεκεμβρίου και ο επαναληπτικός στις 10 Ιανουαρίου 2016. Από τις 23 Νοεμβρίου μεταβατικός πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας ανέλαβε ο βουλευτής Γιάννης Πλακιωτάκης στη θέση του παραιτηθέντος Ευάγγελου Μεϊμαράκη.
Στον πρώτο γύρο (20 Δεκεμβρίου 2015) κανένας από τους τέσσερις υποψηφίους δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία (50% + 1) και η ψηφοφορία επαναλήφθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2016 μεταξύ των δύο πρώτων σε ψήφους Ευάγγελου Μεϊμαράκη και Κυριάκου Μητσοτάκη, που έκανε την έκπληξη και πλασαρίστηκε δεύτερος. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικράτησε του συνυποψηφίου του και αναδείχθηκε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.
Στις 7 Ιουλίου 2019, η Νέα Δημοκρατία κέρδισε με αυτοδυναμία τις εθνικές εκλογές και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ορκίστηκε πρωθυπουργός της Ελλάδας. Η Νέα Δημοκρατία επικράτησε και στις διπλές εκλογές της 21ης Μαΐου και 25ης Ιουνίου 2023 και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε εκ νέου την πρωθυπουργία της χώρας
Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/473?utm_source=newsletter&utm_medium=email&utm_campaign=sinevi_san_simera&utm_term=2024-10-04#goog_rewarded

Η Απελευθέρωση της Ξάνθης 4 Οκτωβρίου 1919
Στις 4 Οκτωβρίου 1919, ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει για δεύτερη φορά την Ξάνθη, η οποία ενσωματώνεται οριστικά πλέον στον εθνικό κορμό, με ένα μικρό διάλειμμα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε περιήλθε και πάλι στην κατοχή των Βουλγάρων.
Η Ξάνθη, όπως και όλη η Δυτική Θράκη, βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων την παραμονή των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913. Στις 7 Νοεμβρίου 1912 καταλήφθηκε από τους Βουλγάρους, σύμμαχο της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Α’ Bαλκανικού Πολέμου. Λίγους μήνες αργότερα, κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, όταν Ελλάδα και Βουλγαρία βρέθηκαν σε διαφορετικά στρατόπεδα, ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την πόλη στις 13 Ιουλίου 1913.
Με τη Συνθήκη τού Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913), όμως, η Δυτική Θράκη (η μεταξύ Νέστου και Έβρου περιοχή) παραχωρήθηκε εκ νέου στη Βουλγαρία, η οποία, έχοντας πραγματώσει την επιδίωξή της για έξοδο στο Αιγαίο, ξεκίνησε μια εντατική πολιτική εκβουλγαρισμού. Ο κυρίαρχος μουσουλμανικός πληθυσμός, καθώς και άλλα στοιχεία της περιοχής εξεγέρθηκαν και ανακήρυξαν αυτόνομη τη Δυτική Θράκη με έδρα την Κομοτηνή, αλλά με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (29 Σεπτεμβρίου 1913) η Δυτική Θράκη κατοχυρώθηκε στη Βουλγαρία.
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε Ελλάδα και Βουλγαρία και πάλι σε δι
αφορετικά στρατόπεδα. Η χώρα μας, ύστερα από μια περίοδο ουδετερότητας, τάχθηκε τελικά στο πλευρό της Αντάντ, ενώ η Βουλγαρία εντάθηκε στις Κεντρικές Δυνάμεις. Το τέλος του Μεγάλου Πολέμου σηματοδοτήθηκε από την επικράτηση των δυνάμεων της Αντάντ και στη Διάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι, που ξεκίνησε τις εργασίες της στις 18 Ιανουαρίου 1919, ο έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε μεταξύ άλλων την ένωση της βουλγαροκρατούμενης (Δυτικής) και της τουρκοκρατούμενης (Ανατολικής) Θράκης με την Ελλάδα. Εν τω μεταξύ, η Θράκη είχε τεθεί υπό διασυμμαχικό έλεγχο.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1919, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο αποφάσισε την παραχώρηση ολόκληρης της Θράκης στην Ελλάδα, ενώ στη Βουλγαρία παραχωρήθηκε έξοδος στο Αιγαίο. Τη συμμαχική απόφαση ανέλαβε να υλοποιήσει ο γάλλος στρατηγός Φρανσέ Ντ’ Εσπρέ (γνωστός και ως Δεσπεραί), αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Ντ’ Εσπρέ διέταξε τότε τον στρατηγό Σαρλ Σαρπί να εποπτεύσει με τις δυνάμεις του την είσοδο των ελληνικών δυνάμεων στη Θράκη, με πρώτο σταθμό την Ξάνθη. Σε προκήρυξή του, συντεταγμένη ελληνικά και τουρκικά, ο Σαρπί γνωστοποίησε στους κατοίκους την απόφαση των συμμάχων για κατάληψη της Θράκης και τους συνέστησε τάξη και ησυχία υποσχόμενος την προστασία τους. Ήδη οι βουλγαρικές αρχές είχαν αρχίσει να αποχωρούν από την περιοχή, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του βουλγαρικού πληθυσμού της Δυτικής Θράκης, προβαίνοντας σ’ ένα εκτεταμένο πλιάτσικο, όπως έγραψε ο Τύπος της εποχής.
O υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος
Το βράδυ της 3ης Οκτωβρίου 1919 ένα τάγμα πεζικού και μια ημιλαρχία ιππικού της 9ης Μεραρχίας Πεζικού με επικεφαλής τον ταγματάρχη Μπενούκα είχε στρατοπεδεύσει στα περίχωρα της Ξάνθης, αναμένοντας την επίσημη παράδοση της πόλης την επομένη. Στις 11 πρωί της 4ης Οκτωβρίου αφίχθη στην πόλη η ειδική αμαξοστοιχία, στην οποία επέβαινε ο μέραρχος υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος και το επιτελείο του. Καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής, από τα Μπούκια (σημερινό Παρανέστι Δράμας) μέχρι την Ξάνθη, οι επιβαίνοντες γίνονταν δεκτοί με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις από τον μουσουλμανικό και χριστιανικό πληθυσμό.
Με την άφιξη του υποστράτηγου Λεοναρδόπουλου άρχισε ταυτόχρονα και η είσοδος του ελληνικού στρατού στην Ξάνθη. Στην παρέλαση που ακολούθησε προπορευόταν η μπάντα της 9ης Μεραρχίας και έπονταν οι άνδρες του τάγματος και της ημιλαρχίας. Μπροστά από την έδρα του Συμμαχικού Στρατηγείου τμήμα σενεγαλέζων στρατιωτών της γαλλικής δύναμης απέδιδε τιμές στον ελληνικό στρατό, υπό τις ζητωκραυγές του ενθουσιώδους πλήθους. «Έλληνες Ξανθιώται μετά των γραιών και των μητέρων έκλεον γονυπετείς προ των ευσταλών και υπερηφάνων ελληνικών φαλάγγων, ενθυμούμενοι τας ημέρας δόξης του 1912 και 1913» έγραφε χαρακτηριστικά μια εφημερίδα της εποχής. Στην παρέλαση συμμετείχε και μια ίλη ιππικού του γαλλικού στρατού.

Μετά την παρέλαση, ο ιατρός Καναμπίτσος εκ μέρους της επιτροπής υποδοχής, προσφώνησε τους δύο στρατηγούς (ο Σαρπί είχε αφιχθεί από την Γκιουμουλτζίνα, σημερινή Κομοτηνή) και μιλώντας στα γαλλικά ευχαρίστησε τον Σαρπί, γιατί, όπως ανέφερε, χάρη στις προσπάθειές των γαλλικών δυνάμεων ελευθερώθηκε η πατρίδα του. Στη συνέχεια, δύο νεαρές κοπέλες, «οι δεσποινίδες Αντωνιάδου και Δημητρακοπούλου», προσέφεραν ανθοδέσμες στους δύο στρατηγούς.
Στην προσφώνησή του ο υποστράτηγος Λεοναρδόπουλος τόνισε ότι ο ελληνικός στρατός ήλθε στη Θράκη ως ελευθερωτής και επιδίωξή του είναι να εξασφαλίσει την τάξη, τη ζωή και την περιουσία όλων των κατοίκων της περιοχής, ανεξαρτήτως φυλής, εθνικότητας και θρησκεύματος. Δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει τη Γαλλία, η οποία ως «φιλόστοργος μήτηρ» έκανε ευκολότερο των έργο του ελληνικού στρατού και να αναπέμψει ύμνους στον Ελευθέριο Βενιζέλο, εξαίροντας τις προσπάθειες του «Μεγάλου Κυβερνήτου» για την απελευθέρωση της Θράκης.
Στη συνέχεια, ο υποστράτηγος Λεοναρδόπουλος μετέβη στο δημαρχείο της Ξάνθης, όπου τον υπεδέχθηκε ο πρώην δήμαρχος Ταρίφ Εφένδης, καθώς ο βούλγαρος δήμαρχος είχε αποχωρήσει «συναποκομίζων τα έπιπλα ουκ ολίγων Ξανθιωτών». Αργότερα την ίδια ημέρα, ο στρατηγός Σαρπί δεξιώθηκε τους έλληνες στρατιωτικούς και τους προύχοντες της Ξάνθης στο συμμαχικό στρατηγείο. Κατά τη διάρκεια της δεξίωσης, προσφέρθηκε σαμπάνια από τους Γάλλους, ενώ αντηλλάγησαν θερμές προπόσεις.
Τα επακόλουθα της Απελευθέρωσης της Ξάνθης
Την επομένη, 5 Οκτωβρίου 1919, οι γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις αναχώρησαν με προορισμό την Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή) και αντικαταστάθηκαν εξ ολοκλήρου από τον ελληνικό στρατό. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου, υπογράφηκε η συνθήκη του Νεϊγί, με την οποία επισημοποιήθηκε η παραίτηση της Βουλγαρίας από τη Θράκη και οριστικοποιήθηκαν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Με ορμητήριο την Αλεξανδρούπολη, ο ελληνικός στρατός προήλασε στην Ανατολική Θράκη, κατέλαβε την Αδριανούπολη και έφθασε ως την Τσατάλτζα στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, ενώ την ίδια ώρα ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις πολεμούσαν στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Η Συνθήκη τών Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) επικύρωσε την ελληνική κατοχή σχεδόν ολόκληρης της Θράκης, η οποία ονομάστηκε Γενική Διοίκηση με έξι νομούς: Αδριανούπολης, Καλλίπολης, Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών, Έβρου και Ροδόπης.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όμως, και με την Ανακωχή των Μουδανιών (11 Οκτωβρίου 1922), ο ελληνικός στρατός θα αναγκαστεί να αποχωρήσει από την Ανατολική Θράκη, η οποία θα περιέλθει έκτοτε στην Τουρκία.

Το Έπος της Γάνδης: H κορυφαία στιγμή του ελληνικού βόλεϊ
Στις 4 Οκτωβρίου 1987, το ελληνικό βόλεϊ γνώρισε τη μεγαλύτερη διάκρισή του έως σήμερα, σε επίπεδο Εθνικών ομάδων, με την κατάκτηση της τρίτης θέσης στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, που φιλοξενήθηκε στις πόλεις Οντεργκέμ και Γάνδη του Βελγίου.
Στο μικρό τελικό της διοργάνωσης η ελληνική ομάδα επικράτησε σε αγώνα-θρίλερ της Σουηδίας με 3-2 σετ, δίνοντας το έναυσμα για πανηγυρισμούς, που ήρθαν να προστεθούν στην υπερηφάνεια της Ελλάδα για το χρυσό μετάλλιο στο αλησμόνητο Ευρωμπάσκετ 1987, περίπου τέσσερις μήνες νωρίτερα.

Με προπονητή τον Θανάση Μαργαρίτη και βοηθό του τον Κυριάκο Παντελιά, η
«γαλανόλευκη» είχε, τότε, εκπλήξει τη «Γηραιά Ήπειρο» με την πορεία και τις
νίκες της επί παγκόσμιων δυνάμεων του αθλήματος και συγκεκριμένα επί
συγκροτημάτων του τότε πανίσχυρου ανατολικού μπλοκ. Η Ελλάδα μετείχε στο
Β’ όμιλο (υπήρχαν δύο όμιλοι των έξι ομάδων έκαστος), οι αγώνες του οποίου έγιναν στη Γάνδη.
Το ξεκίνημα της εθνικής μας ήταν ενδεικτικό για το τι θα επακολουθούσε, καθώς υπέταξε με 3-2 την τότε πανίσχυρη Τσεχοσλοβακία (25 Σεπτεμβρίου), για να ακολουθήσει μία ημέρα αργότερα το 3-1 απέναντι στην υπερδύναμη Βουλγαρία. Για να καταδειχθεί το μέγεθος της επιτυχίας, αρκεί η δήλωση του εκ των ηγετών εκείνης της ομάδας, Στέλιου Καζάζη, που είχε σχολιάσει σε συνέντευξή του πως «αν το 3-2 επί της Τσεχοσλοβακίας ήταν απίστευτο, το 3-1 επί της Βουλγαρίας έμοιαζε με ψέμα». Ακολούθησαν η άνετη νίκη επί της Ισπανίας με 3-0 (27 Σεπτεμβρίου) και η δύσκολη επί του Βελγίου με 3-2 (29 Σεπτεμβρίου).
Στον τελευταίο αγώνα του ομίλου της, που έγινε στις 30 Σεπτεμβρίου η εθνική μας ηττήθηκε με 3-1 σετ από τη Σουηδία και κατετάγη δεύτερη λόγω χειρότερου συντελεστή σετ από την αντίπαλό της (4-1 νίκες αμφότερες). Την ήττα της αυτή θα την ξεπληρώσει λίγες ημέρες αργότερα στο μικρό τελικό.
Με τη δεύτερη θέση του ομίλου, το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα αντιμετώπισε την πρώτη του Α’ Ομίλου, την τότε ακαταμάχητη και μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης Σοβιετική Ένωση, από την οποία ηττήθηκε με 3-0 σετ.

Κάπως έτσι, οι παίκτες του Θανάση Μαργαρίτη κατέβηκαν να παίξουν στον «μικρό τελικό» της 4ης Οκτωβρίου 1987, απέναντι στην εξαιρετική Σουηδία των Γκούσταφσον, Νίλσον και Σάαφ. Με ψυχικά αποθέματα, οι διεθνείς κατόρθωσαν να ισοφαρίσουν δύο φορές στα σετ (0-1, 1-2) κι έστειλαν τον αγώνα στο τάι-μπρέικ.
Η Εθνική βρέθηκε πίσω στο σκορ με 8-13 (τότε ίσχυε το παλιό σύστημα της αλλαγής), αλλά ακολούθησε επιμέρους σκορ 6-1 που απέφερε την ισοπαλία (14-14). Στο 15-14 κι ενώ πλέον είχε διαφανεί ο επερχόμενος θρίαμβος, η επίθεση του Μιχάλη Τριανταφυλλίδη για το 16-14.Το τελικό 3-2 και η κατάκτηση της τρίτης θέσης παραμένει μέχρι σήμερα η μεγαλύτερη στιγμή του ελληνικού βόλεϊ.
Στην αλησμόνητη εκείνη ομάδα, εκτός των Στέλιου Καζάζη (αρχηγός) και
Μιχάλη Τριανταφυλλίδη, μετείχαν επίσης οι Τάσος Τεντζέρης, Δημήτρης Γόντικας,
Σωτήρης Αμαριανάκης, Σάκης Μουστακίδης, Βαγγέλης Κουτσονίκας, Κώστας
Μαργαρώνης, Δημήτρης Καζάζης, Γιώργος Ντράγκοβιτς, Μάκης Δημητριάδης και
Γιάννης Νικολαΐδης.
ου.
Επίσκοπος Αθηνών, που διαδέχθηκε τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Η μνήμη του τιμάται από τη χριστιανική εκκλησία στις 4 Οκτωβρίου. Την ημέρα αυτή γιορτάζουν όσοι φέρουν το όνομα Ιερόθεος και Ιεροθέα.
Ο Ιερόθεος έζησε τον 1ο αιώνα και ήταν δικαστικός (μέλος του Αρείου Πάγου), όπως και ο προκάτοχός του Διονύσιος. Υπήρξε μαθητής του Αποστόλου Παύλου, σύμφωνα με μία συναξαριστική παράδοση. Σύμφωνα με άλλη συναξαριστική παράδοση ήταν παρών στα Ιεροσόλυμα κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου.
Απολυτίκιο
Του Παύλου ηλίευσαι, ταις θεηγόροις πλοκαίς, καὶ όλος γεγένησαι, ιερωμένος Θεώ, σοφέ Ιερόθεε, συ γαρ φιλοσοφίας, ταις ακτίσιν εκλάμπων, ώφθης θεολογίας, ακριβοὺς υποφήτης, δι’ ης μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τα κρείττονα.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1001?utm_source=newsletter&utm_medium=email&utm_campaign=sinevi_san_simera&utm_term=2024-10-04

Ο Παπάγος συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους ως Υπίλαρχος κι έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων. Δεδηλωμένος φιλοβασιλικός ο Παπάγος, μετά την επικράτηση του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1917, αποστρατεύτηκε κι εξορίστηκε διαδοχικά στα νησιά Ίο, Θήρα, Μήλο και Κρήτη.
Η νίκη των «Κωνσταντινικών» και η επάνοδος του Βασιλιά Κωνσταντίνου το Νοέμβριο του 1920 είχε ως επακόλουθο την ανάκληση του Παπάγου στο στράτευμα και την αναδρομική απόδοση του βαθμού του Αντισυνταγματάρχη. Συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως Επιτελάρχης σε μονάδες του Ιππικού, όπου και παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του 1922.
Μετά την Επανάσταση Πλαστήρα, το 1922, αποστρατεύτηκε εκ νέου. Επανήλθε για δεύτερη φορά στις τάξεις του στρατού το 1926 επί οικουμενικής κυβέρνησης με το βαθμό του Συνταγματάρχη και μέχρι το 1935 είχε φθάσει στο βαθμό του Αντιστρατήγου, διοικώντας σημαντικές μονάδες του Ελληνικού Στρατού.
Στις 10 Οκτωβρίου 1935, ως αρχηγός του Στρατού οργάνωσε κίνημα μαζί με τους ομολόγους του υποναύαρχο Οικονόμου και αντιπτέραρχο Ρέππα, προκαλώντας την παραίτηση της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη κι επιταχύνοντας τις εξελίξεις για την επαναφορά της βασιλείας στη χώρα μας. Ο Γεώργιος Κονδύλης, που βρισκόταν σε συνεννόηση με τους πραξικοπηματίες, σχηματίζει αμέσως κυβέρνηση, ορίζοντας τον Παπάγο υπουργό Στρατιωτικών. Η νέα κυβέρνηση προκήρυξε δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος, το οποίο απέβη υπέρ της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας και ο Παπάγος ορίστηκε να μεταφέρει το αποτέλεσμα στο Βασιλιά Γεώργιο Β' στην Αγγλία, όπου διέμενε.
Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς έγινε πρωθυπουργός, επανήλθε στην αρχηγία του στρατεύματος την 1η Αυγούστου 1936, παρέχοντάς του σημαντική βοήθεια στο πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου. Παρέμεινε στη θέση αυτή και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας Μεταξά, συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό του ελληνικού στρατού στον διαφαινόμενο πόλεμο.
Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου ανέλαβε Αρχιστράτηγος του στρατού ξηράς, καταφέρνοντας, παρά τις υλικές αδυναμίες και τον αρχικό αιφνιδιασμό, να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα της χώρας και να απωθήσει τα ιταλικά στρατεύματα στην αλβανική ενδοχώρα. Παρέμεινε στην ηγεσία του στρατεύματος έως τις 23 Απριλίου 1941, οπότε παραιτήθηκε, προκειμένου να μη συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις της συνθηκολόγησης μετά τη ναζιστική εισβολή και προέλαση, επικρίνοντας το στρατηγό Τσολάκογλου για το σχηματισμό δοσιλογικής κυβέρνησης.
Στη διάρκεια της Κατοχής, δημιούργησε μία πατριωτική οργάνωση, τη Στρατιωτική Ιεραρχία, στην οποία συμμετείχαν ως επί το πλείστον αξιωματικοί. Η αποκάλυψη της δράσης τους τον Ιούλιο του 1943 συνοδεύτηκε από την αποστολή του, μαζί με άλλους τέσσερεις αντιστράτηγους, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (στο Νταχάου, μεταξύ άλλων), στα οποία παρέμεινε μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.
Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1945 και τον Ιούλιο του 1947 του απονεμήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία. Στις 19 Ιανουαρίου 1949 η κεντρώα κυβέρνηση Σοφούλη ανακάλεσε στην ενέργεια τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο και του ανέθεσε εν λευκώ τη Γενική Αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, με στόχο τη συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας.
Η έκβαση του Εμφυλίου Πολέμου ήταν επιτυχής για τις αστικές δυνάμεις, με την καθοριστική συμβολή των Αμερικανών. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το Βασιλιά Παύλο να απονείμει στον Παπάγο, για πρώτη φορά σε έλληνα στρατιωτικό, τον τίτλο του Στρατάρχη (17 Οκτωβρίου 1949). Ο Στρατάρχης Παπάγος παρέμεινε επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων, συμβάλλοντας στην ίδρυση στις 11 Απριλίου 1950 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, σε αντικατάσταση των μέχρι τότε υφιστάμενων Υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, και την οργάνωση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), του οποίου υπήρξε και ο πρώτος αρχηγός.
Σημαντική υπήρξε η συμβολή του σε θέματα που αφορούσαν τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των αξιωματικών, με τη σύσταση του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών (ΑΟΟΑ) και τη δημιουργία ενός οικισμού στις ανατολικές πλαγιές του Υμηττού, που φέρει το όνομά του (Δήμος Παπάγου).
Οι αποτυχημένες προσπάθειες των Βενιζελογενών δυνάμεων για τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρώου συνασπισμού οδήγησαν τον αμερικανικό παράγοντα να βλέπει θετικά τη λύση της ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον δεξιό Παπάγο, που πλέον διέθετε ιδιαίτερα ισχυρό γόητρο στην ελληνική κοινωνία. Το εγχείρημα στηρίχθηκε και από τα μεγαλύτερα εκδοτικά συγκροτήματα της εποχής (Καθημερινή, Εστία, Βήμα), αλλά αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίδραση των Ανακτόρων, που φοβούνταν απώλεια του ελέγχου του στρατεύματος.
Στις 28 Μαΐου 1951 ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτησή του στον Πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο, εκφράζοντας την πρόθεσή του να πολιτευτεί. Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 ο «Ελληνικός Συναγερμός», το κόμμα που είχε ιδρύσει στα πρότυπα του γαλλικού Συναγερμού του στρατηγού Ντε Γκολ, συγκέντρωσε το 36,53% των ψήφων, αλλά δεν εξασφάλισε αυτοδύναμη πλειονοψηφία στη Βουλή.
Ο Αλέξανδρος Παπάγος παραλαμβάνει από τον Νικόλαο Πλαστήρα.

Οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις σχημάτισαν βραχύβια κυβέρνηση με πρόεδρο το Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία μετά την ασθένειά του και την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη κλονίστηκε σοβαρά. Στις 10 Οκτωβρίου 1952 προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 16 Νοεμβρίου, με νέο πλειοψηφικό σύστημα. Ο Ελληνικός Συναγερμός κατήγαγε θρίαμβο με ποσοστό 49,22% και 247 από τις 300 έδρες της Βουλής, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί κυβέρνηση Παπάγου στις 19 Νοεμβρίου 1952.
Στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση Παπάγου ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ανοικοδόμηση της χώρας, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο και την κατοχή. Στο οικονομικό πεδίο απόλυτος κυρίαρχος υπήρξε ο Υπουργός Συντονισμού Σπυρίδων Μαρκεζίνης, ο οποίος με τολμηρές κινήσεις κατάφερε τη μερική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.
Στις 9 Απριλίου 1953 η κυβέρνηση, με πρόταση του Μαρκεζίνη, προχώρησε στην υποτίμηση κατά 50% του εθνικού νομίσματος έναντι του δολαρίου, συνδέοντας με αυτό τον τρόπο την ισοτιμία της δραχμής με τα διεθνή νομίσματα, σύμφωνα με τις επιταγές του Μπρέτον Γουντς (1944). Η απόφαση αυτή θεωρείται από τις πλέον επιτυχημένες οικονομικές κινήσεις και συνέβαλε δραστικά στη σταθεροποίηση της εθνικής οικονομίας. Η αντιπολίτευση κατηγόρησε επανειλημμένα την κυβέρνηση Παπάγου ότι δεν έπραξε αρκετά για την κοινωνική συμφιλίωση και την επούλωση των τραυμάτων του Εμφυλίου.
Στην εξωτερική πολιτική, η νέα κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική των Η.Π.Α., κατανοώντας την ηγετική τους παρουσία μεταξύ των χωρών του Ελευθέρου Κόσμου και τους παραχώρησε το δικαίωμα της δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος. Δύο είναι τα σοβαρότερα προβλήματα στην εξωτερική πολιτική που αντιμετώπισε ο Παπάγος: το Κυπριακό και τα Σεπτεμβριανά.

Την περίοδο της διακυβέρνησής του κορυφώνεται ο απελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων από τη βρετανική αποικιοκρατία, που ζητούσαν την Ένωση με τη μητέρα - πατρίδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας, που αντιμετώπισε, όμως, και την αντίδραση της ισχυρής συμμάχου Μεγάλης Βρετανίας. Η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ βρίσκει τον Παπάγο σοβαρά άρρωστο και ανίκανο να πάρει αποφάσεις. Οι συγκρούσεις στην Κύπρο οδηγούν σε χειροτέρευση τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που φθάνουν στο κατώτερο δυνατό σημείο με το τουρκικό πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στις 6 Σεπτεμβρίου 1955.
Ο Στρατάρχης Παπάγος πέθανε, τελικά, στις 4 Οκτωβρίου 1955, έπειτα από σύντομη ασθένεια, ενώ ήταν ακόμη πρωθυπουργός. Ο Βασιλιάς Παύλος έκανε την έκπληξη κι έχρισε διάδοχό του τον δυναμικό υπουργό Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνο Καραμανλή και όχι κάποιο πρωτοκλασάτο στέλεχος της κυβέρνησής του, όπως τους δελφίνους Στέφανο Στεφανόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Σπούτνικ 1
Είναι ο πρώτος τεχνητός δορυφόρος που τέθηκε σε τροχιά γύρω από τη Γη και αποτέλεσε το πρώτο κεφάλαιο της Οδύσσειας του Διαστήματος. Εκτοξεύθηκε από τη Σοβιετική Ένωση στις 4 Οκτωβρίου 1957, πιάνοντας στην κυριολεξία στον ύπνο τη μεγάλη της αντίπαλο ΗΠΑ, που σκόπευε αυτή να έχει τη μεγάλη τιμή.
Η ιστορία του Σπούτνικ (Sputnik, συνοδός ή συνταξιδιώτης στα ρωσικά) και κατ' επέκταση του διαστημικού προγράμματος της ΕΣΣΔ ξεκίνησε στις 27 Μαΐου 1954, όταν ο σχεδιαστής και μηχανικός πυραύλων Σεργκέι Καραλιόφ πρότεινε το σχέδιο στον Υπουργό Αμυντικών Βιομηχανιών Ντμίτρι Ουστίνοφ, με την υπενθύμιση ότι οι σοβιετικοί επιστήμονες είχαν τη σχετική τεχνογνωσία. Άλλωστε, είχαν κληρονομήσει, όπως και οι Αμερικανοί, τα τελευταία επιτεύγματα της πυραυλικής από τους συναδέλφους τους της Ναζιστικής Γερμανίας, που προσπαθούσε να αναπτύξει τηλεκατευθυνόμενα βλήματα.
Το σχέδιο του Καραλιόφ θα έμενε στο συρτάρι κάποιου γραφειοκράτη, αν στις 29 Ιουλίου 1955 ο αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ δεν ανακοίνωνε ότι η χώρα του προτίθεται να εκτοξεύσει ένα τεχνητό δορυφόρο το 1957, με αφορμή το Διεθνές Γεωφυσικό Έτος. Η πρόθεση των Αμερικανών αφύπνισε τους σοβιετικούς ιθύνοντες, που αποφάσισαν να υλοποιήσουν το σχέδιο Καραλιόφ με ντιρεκτίβα του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ. Πολιτικοί και επιστήμονες στις ΗΠΑ δεν πήραν στα σοβαρά την ανακοίνωση των Σοβιετικών. Τη θεώρησαν απλή προπαγάνδα, καθώς πίστευαν ότι δεν ήταν ακόμη έτοιμοι για ένα τόσο μεγάλο κατόρθωμα.
Διαψεύστηκαν, όμως, καθώς στις 21:28:34 της 4ης Οκτωβρίου 1957 ένας πύραυλος - φορέας R-7 εκτοξεύθηκε από την περιοχή Τιουρατάμ του Καζακστάν, εκεί που σήμερα βρίσκεται το κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ. Μετέφερε τον Σπούτνικ 1, μια αλουμινένια σφαίρα με τέσσερις κεραίες, διάμετρο 1,17 μ. και βάρος 84 κιλά. Τέθηκε σε τροχιά γύρω από τη Γη με απόγειο 942 χιλιόμετρα και περίγειο 231 χιλιόμετρα.
Εκτελούσε μια πλήρη περιστροφή της Γης κάθε 96 λεπτά και παρέμεινε σε τροχιά μέχρι τις 4 Ιανουαρίου 1958, οπότε εισήλθε στην ατμόσφαιρα και καταστράφηκε. Ο Σπούτνικ 1, όπως και άλλοι που ακολούθησαν, εφοδίασαν τους επιστήμονες με πολύτιμα στοιχεία για τις θερμοκρασίες που επικρατούν στο διάστημα, τις πιέσεις, τα σωματίδια, τις ακτινοβολίες και τα μαγνητικά πεδία.
Η επιτυχία των Σοβιετικών εντυπωσίασε όλο τον κόσμο κι έγινε πρωτοσέλιδο σχεδόν παντού. Οι Αμερικανοί, όχι μόνο θορυβήθηκαν για την αποτυχία τους, αλλά ανησύχησαν με την εξέλιξη του πυραύλου R-7, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για στρατιωτικούς σκοπούς. Έβαλαν τα δυνατά τους τους επόμενους μήνες κι έδωσαν τη δική τους απάντηση στον Σπούτνικ, με την εκτόξευση του Εξπλόρερ 1 στις 31 Ιανουαρίου 1958. Παράλληλα, ξεκίνησαν μια κούρσα εξοπλισμών με τη μεγάλη τους αντίπαλο. Άλλωστε, ήταν η εποχή του Ψυχρού Πολέμου.

Η ιστορία του Όριεντ Εξπρές
Στα τέλη του 19ου αιώνα, το ταξίδι με το τρένο από την Ευρώπη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μακρύ και κουραστικό. Οι επιβάτες έπρεπε να αποβιβάζονται και να διασχίζουν τα σύνορα με τα πόδια...
Στα τέλη του 19ου αιώνα, το ταξίδι με το τρένο από την Ευρώπη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μακρύ και κουραστικό. Η κάθε χώρα είχε αναπτύξει το δικό της αυτόνομο σιδηροδρομικό δίκτυο. Φτάνοντας στα σύνορα, οι επιβάτες έπρεπε να αποβιβάζονται, να διασχίζουν τα σύνορα με τα πόδια και στη συνέχεια να επιβιβάζονται σε νέα αμαξοστοιχία.
Την επαναστατική ιδέα είχε ένας βέλγος επιχειρηματίας, ο Ζορζ Ναχελμάκερς. Ίδρυσε μία διεθνή εταιρία, έλαβε την άδεια για τη χρήση όλων των κρατικών σιδηροδρομικών δικτύων κατά μήκος της διαδρομής και δημιούργησε μία πολυτελή αμαξοστοιχία, που στα σύνορα κάθε χώρας άλλαζε μόνο την ατμομηχανή.
Τα δρομολόγια του Όριεντ Εξπρές (Orient Express) ξεκίνησαν στις 4 Οκτωβρίου του 1883, ενώνοντας το Παρίσι με το Τζιούρτζιου της Ρουμανίας, μέσω Μονάχου και Βιέννης. Από τον τερματικό σταθμό, οι επιβάτες περνούσαν στην απέναντι όχθη του Δούναβη με φέρι-μπόου για να πάρουν άλλο τρένο από τη Βάρνα της Βουλγαρίας και να φτάσουν έτσι στην Κωνσταντινούπολη. Από το 1889, τέθηκε σε λειτουργία η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε απευθείας το Παρίσι με την Κωνσταντινούπολη, μέσω Βουδαπέστης και Βελιγραδίου.
Το ταξίδι διαρκούσε αρκετές ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων οι επιβάτες χαλάρωναν στα βελούδινα διαμερίσματά τους, που ήταν πλήρως εξοπλισμένα με μπάνιο, γραφείο και αναπαυτικά κρεβάτια. Στο εστιατόριο μπορούσαν να απολαύσουν τον καφέ, το ποτό τους και ό,τι γεύμα επιθυμούσαν.
Στην πραγματικότητα, το τρένο του Ναχελμάκερς ήταν ένα πολυτελέστατο κινητό ξενοδοχείο, με ανέσεις που κανείς μπορούσε να βρει σε ελάχιστα ευρωπαϊκά ξενοδοχεία. Βέβαια ήταν πανάκριβο κι επομένως για λίγους εκλεκτούς ταξιδιώτες. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα διαμερίσματα ήταν ιδιωτικά, το Όριεντ Εξπρές προσφερόταν για παράνομες ερωτικές συναντήσεις.
Οι μέρες της δόξας για το Όριεντ Εξπρές έφτασαν στο τέλος τους στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Αν και συνέχισε να προσφέρει ποιοτικές υπηρεσίες, οι απαιτητικοί ταξιδιώτες άρχισαν να προτιμούν όλο και περισσότερο την ταχύτητα του αεροπλάνου. Το τελευταίο ταξίδι του θρυλικού αυτού τρένου ξεκίνησε στις 20 Μαΐου του 1977.

Τζάνις Τζόπλιν (1943 – 1970)
Αμερικανίδα τραγουδίστρια της ροκ μουσικής. Προικισμένη με μία συγκλονιστική φωνή, απέδιδε με την ίδια θέρμη τον δυναμισμό του ροκ και την απελπισία των μπλουζ.
H Τζάνις Λιν Τζόπλιν (Janis Lyn Joplin) γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1943 στο Πορτ Άρθουρ του Τέξας, στους κόλπους μιας χριστιανικής οικογένειας. Από νεαρή ηλικία έδειξε τις επαναστατικές της διαθέσεις, επηρεασμένη από τη γενιά των μπιτ. Αν και ξεκίνησε να σπουδάζει ζωγραφική, γρήγορα άλλαξε κατεύθυνση και ασχολήθηκε με τη μουσική, επηρεασμένη από τις μεγάλες ηρωίδες των μπλουζ. Είδωλά της υπήρξαν οι Λεντμπέλι, Ότις Ρέντινγκ και κυρίως η Μπέσι Σμιθ και η Οντέτα Χολμς, από τις οποίες εμπνεύστηκε το ακατέργαστο, πηγαίο φωνητικό της στιλ, που τόσο διέφερε από τις φολκ ερμηνείες συγχρόνων της τραγουδιστριών, όπως της Τζόαν Μπαέζ και της Τζούντι Κόλινς.
Το 1962 κι ενώ φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο του Όστεν εγκατέλειψε τις σπουδές της και εγκαταστάθηκε στο ελευθεριακό περιβάλλον του Σαν Φρανσίσκο, αποφασισμένη να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική. Ύστερα από αρκετές περιπλανήσεις και συνεργασίες, βρήκε το ιδανικό συνοδευτικό γκρουπ στους «Big Brother And The Holding Company», το αυτοσχεδιαστικό μπλουζ ύφος των οποίων ταίριαξε απόλυτα με τη φωνητική τεχνική της.
Έπειτα από μία θριαμβική εμφάνιση στο φεστιβάλ του Μόντερεϊ (17 Ιουνίου 1967) κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ με τίτλο «Big Brother and the Holding Company», με μεγαλύτερη επιτυχία τη διασκευή ενός παραδοσιακού αμερικανικού τραγουδιού, του «Down on Me». Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε το «Cheap Thrills», μία αποθέωση της ψυχεδελικής σόουλ, που περιλαμβάνει δύο κλασικά τραγούδια της («Piece Of My Heart», «Summertime» και «Ball And Chain»).
Ωστόσο, διάφορες δυσκολίες οδήγησαν την Τζάνις στην απόφαση να αφήσει το γκρουπ το Νοέμβριο του 1968 και να συνεχίσει με τους «Kozmic Blues Band», στις τάξεις των οποίων υπήρχαν σπουδαία ονόματα του λευκού μπλουζ, όπως του Μάικ Μπλούμφιλντ και του ελληνοαμερικανού Νικ Γκραβενίτις (πρώην μέλη των «Electric Flag»). Μαζί τους εμφανίστηκε στο φεστιβάλ του Γούντστοκ (16 Αυγούστου 1969) και ηχογράφησε το άλμπουμ «I Got Dem Ol' Kozmic Blues Again Mama!» (1969), που περιείχε τις επιτυχίες «Try (Just A Little Bit Harder)», «Kozmic Blues» και «To Love Somebody».
Δυστυχώς, η εξάρτησή της από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ όλο και μεγάλωνε. Αναγκάστηκε να αφήσει το γκρουπ για να υποβληθεί σε θεραπεία. Λίγο μετά την επιστροφή της κι ενώ είχαν προχωρήσει οι ηχογραφήσεις για το πρώτο άλμπουμ της με τη νέα μπάντα «Full Tilt Boogie Band», η Τζάνις Τζόπλιν βρέθηκε νεκρή στις 4 Οκτωβρίου 1970 από υπερβολική δόση ηρωίνης σε δωμάτιο ξενοδοχείου του Χόλιγουντ.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε, τελικά, μετά το θάνατό της, με τον τίτλο «Pearl» και για πολλούς ήταν η καλύτερη δουλειά της. Ανάμεσα στις καλύτερες στιγμές του ήταν τρεις συνθέσεις του Τζέρι Ραγκαβόι («My Baby», «Cry Baby», «Get It While You Can») και μία του Κρις Κριστόφερσον («Me And Bobby McGee»).
Σχετικά
Το περιοδικό Rolling Stone την κατέταξε στην 46η θέση της λίστας με τους 100 σπουδαιότερους καλλιτέχνες όλων των εποχών (2004) και στη θέση 28 της λίστας με τους 100 σπουδαιότερους τραγουδιστές όλων των εποχών (2008).
Τραγούδια αφιερωμένα στην Τζάνις Τζόπλιν έγραψαν ή ερμήνευσαν ο Λέοναρντ Κοέν («Chelsea Hotel #2»), ο Τζέρι Γκαρσία («Birdsong»), η Τζόαν Μπαέζ («In the Quiet Morning», «Children of the Eighties»), οι The Mamas & the Papas («Pearl») και ο Κάντρι Τζο ΜακΝτόναλντ («Janis»).
Η ταινία του Μαρκ Ράιντελ «Το τριαντάφυλλο» («The Rose») με πρωταγωνίστρια την Μπέτι Μίντλερ βασίζεται χαλαρά στη ζωή της Τζάνις Τζόπλιν.

Μπάστερ Κίτον (1895 – 1966)
Ο Μπάστερ Κίτον (Buster Keaton) ήταν αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης, από τους λαμπρότερους κωμικούς που ανέδειξε ο βωβός κινηματογράφος, μαζί με τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Χάρολντ Λόιντ και τον Χάρι Λάνγκντον. Μάιστα πολλοί τον θεωρούν ανώτερο του Τσάπλιν. Είχε ένα εγκεφαλικό χιούμορ που εκφραζόταν με την παροιμιώδη αταραξία με την οποία αντιμετώπιζε το πλήθος των ατυχιών που τις τραβούσε σαν μαγνήτης. Ανέπτυξε ένα χαρακτήρα αρλεκίνου, όπως του άρεσε να αυτοπροσδιορίζεται, κι εργάστηκε πάνω σ’ αυτόν βελτιώνοντάς τον. Η ταινία του «Ο Στρατηγός» («The General»), παραγωγής 1926, θεωρείται το αριστούργημά του.
Από μικρός στο σανίδι
Ο Τζόζεφ Φρανκ Κίτον γεννήθηκε στο Πίκουα της πολιτείας Κάνσας των ΗΠΑ στις 4 Οκτωβρίου 1895 και ήταν γιος καλλιτεχνών του βαριετέ. Από μικρός βγήκε στο σανίδι σε ρόλους νάνου, συμμετέχοντας στις παραστάσεις των γονέων του, οι οποίοι συνεργάζονταν με τον διάσημο μάγο και ταχυδακτυλουργό Χάρι Χουντίνι. Ο Χουντίνι ήταν αυτός που του έδωσε το ψευδώνυμο «Μπάστερ» (κατεργαράκος). Στις παραστάσεις αυτές ο Κίτον διαμόρφωσε το στιλ του που επρόκειτο να τον κάνει διάσημο τα επόμενα χρόνια, συνδυάζοντας στοιχεία κλόουν, ακροβάτη και μίμου, ενώ απέκτησε σαν σήμα, για όλη του τη ζωή, το αγέλαστο πέτρινο πρόσωπο. Όπως έγραψε στην αυτοβιογραφία του, δεν μιλούσε, δεν γελούσε και δεν χαμογελούσε ποτέ, έβγαζε όμως αβίαστα το γέλιο των θεατών.
Η πρώτη ταινία του Μπάστερ Κίτον είχε τίτλο «The butcher boy» (1917) και ακολούθησαν δεκάδες μικρού μήκους ταινίες, με συμπρωταγωνιστή τον κωμικό Ρόσκο «Φάτι» Άρμπακλ. Από το 1920 έως το 1928, ως συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, γύρισε 19 μικρού και 10 μεγάλου μήκους ταινίες, μαζί και αριστουργήματα του βωβού κινηματογραφου, όπως «Ο Θαλασσοπόρος» («The Navigator», 1924), «Οι Εφτά Ευκαιρίες» («Seven Chances», 1925), «Ο Στρατηγός» («The General», 1926), «Το Ατμόπλοιο Μπίλι Τζούνιορ» («Steamboat Bill, Ir», 1928) και «Ο Κινηματογραφιστής» («The Cameraman», 1928).
Το διασημότερο “θύμα” της έλευσης του ομιλούντος κινηματογράφου Ο Κίτον ήταν το διασημότερο θύμα της έλευσης του ομιλούντος κινηματογράφου. Η καριέρα του άρχισε να φθίνει, όταν οι διάλογοι του ηχητικού κινηματογράφου αντικατέστησαν την παντομίμα. Παρά τα πολλά προσωπικά του προβλήματα (αλκοολισμός και διαζύγια), ξανάφτιαξε σιγά-σιγά την καριέρα του, εμφανιζόμενος σε ταινίες όπως «Η Λεωφόρος της Δύσεως» («Sunset Boulevard», 1950) του Μπίλι Γουάιλντερ, «Τα φώτα της ράμπας» («Limelight», 1952) του Τσάρλι Τσάπλιν και «Είναι ένας τρελός, τρελός κόσμος» («It’s A Mad, Mad, Mad, Mad World», 1963) του Στάνλεϊ Κρέιμερ. Ανέκτησε και πάλι ένα μέρος της παλιάς δημοτικότητάς του από τη δεκαετία του 1950 και μετά, όταν οι βωβές κωμωδίες του άρχισαν να ξαναπροβάλονται στον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Μερσέντες Σόσα (1935 – 2009)
Η Μερσέντες Σόσα (Mercedes Sosa) ήταν τραγουδίστρια από την Αργεντινή, ένα από τα σύμβολα της σύγχρονης λατινοαμερικάνικης μουσικής. Η επονομαζόμενη και «Νέγρα» (La Negra), λόγω των πυκνών μαύρων μαλλιών της, κατάφερε να κάνει γνωστούς σε όλη τη Γη τους μοναδικούς ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νοτίου Αμερικής. Μεγάλη η προσφορά της και στο πολιτικό τραγούδι, το οποίο υπηρέτησε με συνέπεια τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας Βιδέλα (1976-1983).
H Αϊδέ Μερσέντες Σόσα γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου 1935 στο Σαν Μιγκέλ ντε Τουκουμάν, μία πόλη της βορειοδυτικής Αργεντινής, κοντά στα σύνορα με τη Βολιβία. Παιδί αγροτικής οικογένειας, έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια. «Γνώρισα τη φτώχεια», έλεγε η ίδια σε συνέντευξή της στον «Ριζοσπάστη» (21/9/1990). «Είδα τη φτώχεια του πατέρα και της μάνας μου. Είδα να 'ρχεται το τέλος του μήνα και να μην έχουν τίποτα σχεδόν να μας δώσουν να φάμε. Όμως, ήμαστε μια πραγματική οικογένεια, δεμένοι μεταξύ μας. Αυτή η ατμόσφαιρα μου επέτρεψε να μην τρέφω μνησικακία για τον κόσμο».
Το 1950, σε ηλικία 15 ετών, κέρδισε ένα τοπικό διαγωνισμό τραγουδιού κι έτσι από πολύ μικρή ξεκίνησε τη μεγάλη καριέρα της στο τραγούδι. Το 1959 ηχογράφησε τον πρώτο της δίσκο «La Voz de la Zafra», με φολκλορικά τραγούδια της πατρίδας της. Στη δεκαετία του '60 έγινε γνωστή, μέσα από το μουσικοπολιτικό κίνημα του «Nuevo Canciοnero» («Νέο Τραγούδι»), στο οποίο πρωτοστάτησε μαζί με τον πρώτο της σύζυγο Μανουέλ Όσκαρ Μάτους, με τον οποίο απέκτησε ένα γιο.
Η Μερσέντες Σόσα θεωρούσε σημαντικότατη τη συνεισφορά του κινήματος στο στίχο. «Μέχρι τότε οι στίχοι των τραγουδιών, εκτός από τα τραγούδια του Αταουάλπα Γιουπάνκι, αρνούνταν να δουν τον άνθρωπο. Ήταν στίχοι ποιμενικοί, παγανιστικοί. Μίλαγαν για τα τοπία, τα άλογα, τον κάμπο. Αλλά ο άνθρωπος δεν ήταν ποτέ σε πρώτο πλάνο μέσα σ' αυτό το τοπίο. Με το «Νουέβο Κανσιονέρο» ο άνθρωπος έρχεται επιτέλους να καταλάβει την πρώτη θέση στο στίχο. Είναι αυτός το σημαντικό πρόσωπο».
Το 1972 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Ηasta la Victoria», το πιο πολιτικοποιημένο, ίσως, άλμπουμ της. Το πολιτικό τραγούδι το υπηρέτησε με σθένος και συνέπεια σε όλη τη ζωή της, ακόμα και στα πιο μαύρα χρόνια της στρατιωτικής χούντας του στρατηγού Βιδέλα. Για την ανυπότακτη δράση της κυνηγήθηκε από το στρατιωτικό καθεστώς και το 1979 κατά τη διάρκεια συναυλίας της στην Κτηνιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Λα Πλάτα συνελήφθη μαζί με φοιτητές και σύρθηκε στα κρατητήρια. Αναγκάστηκε να καταφύγει αυτοεξόριστη στο Παρίσι και τη Μαδρίτη, όπου έμεινε μέχρι το 1983, οπότε επέστρεψε στην πατρίδα της.
Έκτοτε, ηχογράφησε συνολικά 40 δίσκους, διευρύνοντας το ρεπερτόριό της. Ένωσε το φολκλόρ με τις μπαλάντες, το ροκ, τη μουσική της πόλης, ενώ έσπασε τα «σύνορα» που χωρίζουν είδη και γενιές. Ερμήνευσε πολύ γνωστά τραγούδια, όπως τα «Cancion con todos», «Alfonsina y el mar», «Gracias a la vida», «Solo le pido a Dios», «Al jardin de la republica» και «Duerme negrito».
H Σόσα στήριζε με θέρμη τους νεότερους καλλιτέχνες της πατρίδας της, ενώ ήταν πάντα πρόθυμη να τους δανείζει τα δικά της τραγούδια, ώστε η αργεντίνικη παραδοσιακή μουσική να φτάσει και στις νεότερες γενιές μέσα από πιο σύγχρονα ακούσματα. Στην πενηντάχρονη καριέρα της συνεργάστηκε με καλλιτέχνες από όλο το φάσμα της μουσικής, όπως με τους Λουτσιάνο Παβαρότι, Στινγκ, Λούτσιο Ντάλα, Σακίρα, Αντρέα Μποτσέλι, Καετάνο Βελόσο, Μάρτα Άργκεριχ και Τζόαν Μπαέζ.
Στη χώρα μας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 12 Σεπτεμβρίου 1986 στην Καισαριανή, στο πλαίσιο του 12ου Φεστιβάλ ΚΝΕ - Οδηγητή. Έκτοτε πραγματοποίησε άλλες συναυλίες (Λυκαβηττός, Κατράκειο, Θεσσαλονίκη, Ηρώδειο), ενώ συνεργάστηκε και με έλληνες καλλιτέχνες (Μαρία Φαραντούρη, Χάρις Αλεξίου, Νάνα Μούσχουρη κ.ά.). Τελευταία της συνεργασία με έλληνα καλλιτέχνη ήταν με το συγκρότημα «Απουριμάκ», που αποτελείται από λατινοαμερικάνους και έλληνες μουσικούς. Ερμήνευσε στα ελληνικά το τραγούδι «Βράχια Γυμνά», που περιέχεται στον δίσκο «Στις γειτονιές του νότου» (2001).
Η Μερσέντες Σόσα άφησε την τελευταία της πνοή στις 4 Οκτωβρίου 2009, σε κλινική του Μπουένος Άιρες, όπου νοσηλευόταν. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ η κατάσταση της υγείας της είχε επιδεινωθεί πολύ τις τελευταίες μέρες της ζωής της, εξαιτίας επιπλοκών στα νεφρά.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/495?utm_source=newsletter&utm_medium=email&utm_campaign=sinevi_san_simera&utm_term=2024-10-04
© SanSimera.gr

