Μέσα από μια κιτρινισμένη φωτογραφία εφημερίδας, που ανέσυρε η μηχανή του χρόνου, δεν είδα απλώς το παρελθόν.
Είδα το παρόν να φορά τα ίδια ρούχα.
Ξεφούσκωτα λάστιχα.
Κομμένα με μαχαίρι.
Τρακτέρ ακινητοποιημένα όχι από βλάβη, αλλά κατ’ εντολήν.
7 Φεβρουαρίου 1997.
ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση.
Πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης.
Υπουργός Δημόσιας Τάξης ο Γιώργος Ρωμαίος.
Και η εντολή καθαρή, κυνική, ψυχρή:
«Ακινητοποιήστε τα τρακτέρ στις Μικροθήβες».
Τα ΜΑΤ εκτέλεσαν.
Συνέλαβαν εννιά αγρότες.
Και μετά έσκυψαν πάνω από τα λάστιχα.
Όχι για έλεγχο.
Για εξευτελισμό.
Τα ξεφούσκωσαν.
Και σε κάποιες περιπτώσεις τα έκοψαν.
Κι ύστερα ήρθαν οι δηλώσεις.
Παγωμένο, θεσμικό μίσος τυλιγμένο με λόγια:
Ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος χαρακτήρισε την πράξη
«λίαν ορθή, λίαν αξιέπαινη, λίαν επιτυχή».
Μίλησε για «κατάργηση του μέσου προς διάπραξη εγκλήματος».
Σαν να μην μιλούσε για ψωμί.
Σαν να μην μιλούσε για χωράφια.
Σαν να μην μιλούσε για ανθρώπους.
Ο Δημήτρης Ρέππας εκθείαζε τον «ευρηματικό τρόπο».
Ευρηματικό να κόβεις το λάστιχο του φτωχού.
Ευρηματικό να του λες «σκάσε» χωρίς να το λες.
Και σήμερα;
Τί άλλαξε;
Οι αγρότες πάλι στους δρόμους.
Η αστυνομία πάλι σε επιφυλακή.
Τα μπλόκα πάλι «εθνική απειλή».
Το κράτος πάλι απέναντι.
Ποτέ δίπλα.
Αλλά ας το πούμε καθαρά, χωρίς φόβο:
Τα λάστιχα τα ξεφουσκώνεις.
Την ανάγκη όμως δεν τη ξεφουσκώνεις.
Την οργή δεν τη κόβεις με μαχαίρι.
Και την αγροτιά δεν τη σβήνεις με ΜΑΤ.
Η Ελλάδα έμαθε να τιμωρεί αυτούς που τη θρέφουν.
Και μετά απορεί γιατί πεινάει.
Από τις Μικροθήβες μέχρι σήμερα, το ίδιο έργο.
Μόνο τα πρόσωπα αλλάζουν.
Η περιφρόνηση όχι.